Νέο Ασφαλιστικό -Πότε συμφέρουν οι υψηλές εισφορές τους επαγγελματίεςΜελέτη των Σάββα Ρομπόλη και Βασίλη Μπέτση

Δεν συμφέρει τους ελεύθερους επαγγελματίες να κρύβουν τα εισοδήματά τους, καθώς όπως επισημαίνουν οι ειδικοί, για εισοδήματα από 25.000 ευρώ και άνω, επιπλέον εισφορές οδηγούν σε σημαντικά υψηλότερη σύνταξη. Μάλιστα, όσο υψηλότερο εισόδημα δηλώνεται, τόσο αυξάνεται και το ποσό της σύνταξης που θα λάβει στο μέλλον ο ασφαλισμένος. Είναι ενδεικτικό ότι, σύμφωνα με μελέτη που παρουσιάζει σήμερα η «Κ», ασφαλισμένος με 25.000 εισόδημα, εφόσον πληρώσει υψηλές εισφορές για πάνω από 35 χρόνια, θα λάβει σύνταξη που θα είναι κατά 10% υψηλότερη από τις εισφορές που θα έχει καταβάλει καθ’ όλο το διάστημα του εργασιακού του βίου.

Αναλυτικά, η «Κ» παρουσιάζει σήμερα τα βασικά συμπεράσματα των αναλογιστικών προβολών που εξέτασαν οι ειδικοί της κοινωνικής ασφάλισης, ο ομότιμος καθηγητής του Παντείου Πανεπιστημίου Σάββας Ρομπόλης και ο υποψήφιος διδάκτορας Βασίλης Μπέτσης, τα οποία δείχνουν ότι μέχρι περίπου και τις 20.000 ευρώ εισόδημα ο ελεύθερος επαγγελματίας δεν έχει… κίνητρο να μεταπηδήσει σε υψηλότερη ασφαλιστική κατηγορία, αφού οι επιπλέον εισφορές που θα καταβάλει δεν θα οδηγήσουν και σε ανάλογα αυξημένη μηνιαία σύνταξη. Αντιθέτως, για υψηλότερα εισοδήματα και κυρίως για εισοδήματα πάνω από 25.000 ευρώ, τα στοιχεία των ειδικών δείχνουν ότι όσο αυξάνονται οι εισφορές, αυξάνονται αντίστοιχα και οι μελλοντικές συντάξεις. Συνεπώς, καταλήγουν οι δύο ειδικοί, για εισοδήματα από 25.000 ευρώ και άνω δεν συμφέρει τον επαγγελματία να κρύβει τα εισοδήματά του. Υπογραμμίζουν βέβαια ότι μπορεί το νέο σύστημα να μην προωθεί τη φοροδιαφυγή, προκαλεί όμως μια άνιση μεταχείριση μεταξύ αυτών που βγάζουν μικρότερο εισόδημα και αυτών που λαμβάνουν υψηλότερα εισοδήματα.

Αναλυτικά, τα παραδείγματα που επεξεργάστηκαν αναλογιστικά οι κ. Ρομπόλης και Μπέτσης, δείχνουν τα εξής:

– Ελεύθερος επαγγελματίας που δηλώνει ετήσιο εισόδημα 25.000 ευρώ, αν επιλέξει την 1η ασφαλιστική κατηγορία, εισφέρει 2.460 ευρώ στον ΕΦΚΑ και 3.811 ευρώ στο Δημόσιο για φόρο. Στην πράξη, στον ασφαλισμένο καταλήγει το 74,9% του εισοδήματός του έναντι 25,1% που εισφέρεται στο Δημόσιο. Στην περίπτωση που επιλέξει την υψηλότερη κατηγορία, τότε θα καταβάλει 6.720 ευρώ για εισφορές και 2.722 ευρώ σε φόρο (ήτοι θα του μείνει το 62,2% του εισοδήματος, ενώ το 37,8% θα καταλήξει στο κράτος και θα πληρώνει περισσότερα 3.170 ευρώ τον χρόνο. Το ερώτημα που θέτουν οι ειδικοί είναι αν συμφέρει τον ασφαλισμένο να καταβάλλει τις υψηλότερες ασφαλιστικές εισφορές και η απάντηση είναι «ναι». Συμφέρει τον ασφαλισμένο να μείνει με καθαρό εισόδημα στο 62,2% των κερδών (από το 74,9%), καθώς αυτό θα οδηγήσει σε αναλογικά σημαντικά υψηλότερη σύνταξη. Εφαρμόζοντας αναλογιστικούς υπολογισμούς, οι ειδικοί καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι καταβάλλοντας υψηλές εισφορές, ο ασφαλισμένος θα λάβει σύνταξη η οποία θα είναι κατά 10% υψηλότερη από τις εισφορές που θα έχει καταβάλει στα 40 χρόνια ασφάλισης. Και αυτό, γιατί πληρώνοντας εισφορές στο ύψος της πρώτης κατηγορίας, θα λάβει σύνταξη 771 ευρώ. Η σύνταξη που αντιστοιχεί στις εισφορές της υψηλότερης κατηγορίας είναι της τάξης των 1.634 ευρώ, δηλαδή 862 ευρώ υψηλότερη. Ακόμη και μόνες τους, οι επιπλέον εισφορές που πληρώνει μεταξύ πρώτης και τελευταίας ασφαλιστικής κατηγορίας αναλογούν σε 785 ευρώ σύνταξη.

– Στην περίπτωση που ο ασφαλισμένος δηλώσει 35.000 ευρώ ετήσιο εισόδημα, επιλέγοντας την 1η κατηγορία θα καταβάλλει για εισφορές 2.460 ευρώ τον χρόνο και για φόρο 6.814 ευρώ. Ετσι, θα καταλήξει με το 73,5% του εισοδήματος, καθώς το 26,5% θα κατευθυνθεί στο κράτος. Αν επέλεγε την υψηλότερη κατηγορία, οι ετήσιες εισφορές του θα ήταν 6.720 ευρώ και οι φόροι 5.418 ευρώ, με αποτέλεσμα να του απομένει το 65,3% του εισοδήματος (το 34,7% θα κατευθυνόταν στο κράτος). Θα πλήρωνε δηλαδή 2.864 ευρώ τον χρόνο περισσότερα. Η σύνταξή του όμως στο μέλλον, σύμφωνα με τις αναλογιστικές προβολές των ειδικών, θα ήταν κατά 21% υψηλότερη από τις εισφορές που θα έχει καταβάλει. Στα 40 χρόνια ασφάλισης, πληρώνοντας την 1η κατηγορία εισφορών, θα ελάμβανε 771 ευρώ σύνταξη. Στον αντίποδα, μετά από 40 χρόνια επιλογής της υψηλότερης κατηγορίας, η σύνταξή του θα είναι της τάξης των 1.634 ευρώ, δηλαδή 862 ευρώ μεγαλύτερη σύνταξη, όταν οι επιπλέον εισφορές που πληρώνει αντιστοιχούν σε 710 ευρώ σύνταξη.

– Ακόμη μεγαλύτερη είναι η διαφορά όταν το δηλωθέν εισόδημα του ασφαλισμένου είναι της τάξης των 60.000 ευρώ. Επιλέγοντας την 1η κατηγορία, θα καταβάλλει εισφορές 2.460 ευρώ και φόρους 17.218 ευρώ (θα του μείνει το 67,2% του εισοδήματος). Αν επιλέξει την υψηλότερη κατηγορία τότε θα καταβάλλει 6.720 ευρώ εισφορές και 15.343 ευρώ σε φόρο (63,2% για τον εργαζόμενο και 36,8% για το κράτος), πληρώνοντας 2.385 ευρώ περισσότερα. Σε αυτή την περίπτωση θα λάβει μια σύνταξη από το Δημόσιο, η οποία θα είναι κατά 40% υψηλότερη από τις εισφορές που θα έχει πληρώσει. Συγκεκριμένα, στα 40 χρόνια ασφάλισης, επιλέγοντας σταθερά τη χαμηλή κατηγορία εισφορών, θα λάβει σύνταξη της τάξης των 771 ευρώ. Η υψηλότερη κατηγορία οδηγεί σε σύνταξη 1.634 ευρώ, δηλαδή 862 ευρώ υψηλότερη, όταν οι επιπλέον εισφορές που θα καταβάλλει σε ετήσια βάση οδηγούν σε μόλις 590 ευρώ σύνταξη.

– Αντίστροφα είναι τα αποτελέσματα στην περίπτωση που ο ασφαλισμένος δηλώνει χαμηλό εισόδημα, της τάξης των 15.000 ευρώ τον χρόνο. Επιλέγοντας την 1η ασφαλιστική κατηγορία, θα καταβάλλει τον χρόνο για εισφορές 2.460 ευρώ και για φόρους 1.459 ευρώ. Στον ασφαλισμένο μένει το 73,9% του εισοδήματος, ενώ στο κράτος καταλήγει το 26,1%. Αν ο ίδιος ασφαλισμένος επέλεγε την 3η ασφαλιστική κατηγορία, τότε θα πλήρωνε 3.552 ευρώ εισφορές και 1.219 ευρώ σε φόρο με αποτέλεσμα να του μένει το 68,2% του δηλωθέντος εισοδήματος, με το κράτος να λαμβάνει το 31,8%. Δηλαδή θα πλήρωνε περισσότερα 852 ευρώ τον χρόνο. Σε αυτή την περίπτωση η σύνταξη που θα πάρει, μετά από 40 χρόνια ασφάλισης, θα αντιστοιχεί στο 95% των εισφορών που θα έχει καταβάλει. Και αυτό, γιατί επιλέγοντας την 1η κατηγορία, θα λάβει 771 ευρώ σύνταξη, ενώ στην 3η κατηγορία 973 ευρώ, δηλαδή 202 ευρώ μεγαλύτερη σύνταξη όταν οι επιπλέον εισφορές που πλήρωσε, αντιστοιχούν από μόνες τους σε σύνταξη 211 ευρώ.

πηγή : Kαθημερινή